Μετάβαση στο περιεχόμενο

σχεδίασα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σχεδίασα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχεδιάζω