Μετάβαση στο περιεχόμενο

σχεδιάσουν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σχεδιάσουν

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχεδιάζω
  2. θα σχεδιάσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σχεδιάζω