σχετίζομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σχετίζομαι: παθητική φωνή του ρήματος σχετίζω
Ρήμα
[επεξεργασία]σχετίζομαι
- συνδέομαι λογικά ή αιτιολογικά με κάτι, έχω σχέση
- ※ Ορισμένοι λίθοι με κοιλότητες που βρέθηκαν στη Δυτική Οικία ερμηνεύονται ως εργαλεία για τη στήριξη του άξονα του τοξοτρύπανου. Οι ολιγάριθμοι όμως οπείς από οψιανό της Δυτικής Οικίας δεν αντιστοιχούν στα χαρακτηριστικά συμπαγή λίθινα τέρετρα που εξόπλιζαν τα τρυπάνια ταχείας περιστροφής (τοξοτρύπανα ή τρυπάνια με ιμάντα), με τα οποία προτείνεται ότι σχετίζονται αυτοί οι λίθοι. (Αντίκλεια Μουνδρέα-Αγραφιώτη, Ακρωτήρι Θήρας: δυτική οικία : τράπεζες, λίθινα, μετάλλινα, ποικίλα, 2007, σελ. 172)
Ίσως ένας άγνωστος ιός σχετίζεται με την εμφάνιση της επιδημίας.
- (σπανιότερα) συνδέομαι κοινωνικά ή φιλικά με κάποιον, έχω κοινωνική ή φιλική σχέση
Κλίση
[επεξεργασία] Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | σχετίζομαι | σχετιζόμουν(α) | θα σχετίζομαι | να σχετίζομαι | ||
| β' ενικ. | σχετίζεσαι | σχετιζόσουν(α) | θα σχετίζεσαι | να σχετίζεσαι | (σχετίζου) | |
| γ' ενικ. | σχετίζεται | σχετιζόταν(ε) | θα σχετίζεται | να σχετίζεται | ||
| α' πληθ. | σχετιζόμαστε | σχετιζόμαστε σχετιζόμασταν |
θα σχετιζόμαστε | να σχετιζόμαστε | ||
| β' πληθ. | σχετίζεστε | σχετιζόσαστε σχετιζόσασταν |
θα σχετίζεστε | να σχετίζεστε | (σχετίζεστε) | |
| γ' πληθ. | σχετίζονται | σχετίζονταν σχετιζόντουσαν |
θα σχετίζονται | να σχετίζονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | σχετίστηκα | θα σχετιστώ | να σχετιστώ | σχετιστεί | ||
| β' ενικ. | σχετίστηκες | θα σχετιστείς | να σχετιστείς | σχετίσου | ||
| γ' ενικ. | σχετίστηκε | θα σχετιστεί | να σχετιστεί | |||
| α' πληθ. | σχετιστήκαμε | θα σχετιστούμε | να σχετιστούμε | |||
| β' πληθ. | σχετιστήκατε | θα σχετιστείτε | να σχετιστείτε | σχετιστείτε | ||
| γ' πληθ. | σχετίστηκαν σχετιστήκαν(ε) |
θα σχετιστούν(ε) | να σχετιστούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω σχετιστεί | είχα σχετιστεί | θα έχω σχετιστεί | να έχω σχετιστεί | σχετισμένος | |
| β' ενικ. | έχεις σχετιστεί | είχες σχετιστεί | θα έχεις σχετιστεί | να έχεις σχετιστεί | ||
| γ' ενικ. | έχει σχετιστεί | είχε σχετιστεί | θα έχει σχετιστεί | να έχει σχετιστεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε σχετιστεί | είχαμε σχετιστεί | θα έχουμε σχετιστεί | να έχουμε σχετιστεί | ||
| β' πληθ. | έχετε σχετιστεί | είχατε σχετιστεί | θα έχετε σχετιστεί | να έχετε σχετιστεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν σχετιστεί | είχαν σχετιστεί | θα έχουν σχετιστεί | να έχουν σχετιστεί | ||