σχετικιστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σχετικιστικός σχετικιστική σχετικιστικό
γενική σχετικιστικού σχετικιστικής σχετικιστικού
αιτιατική σχετικιστικό σχετικιστική σχετικιστικό
κλητική σχετικιστικέ σχετικιστική σχετικιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σχετικιστικοί σχετικιστικές σχετικιστικά
γενική σχετικιστικών σχετικιστικών σχετικιστικών
αιτιατική σχετικιστικούς σχετικιστικές σχετικιστικά
κλητική σχετικιστικοί σχετικιστικές σχετικιστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σχετικιστικός < σχετικισ(μός) + -τικός → λείπει η ετυμολογία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sçε.ti.ci.stiˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σχετικιστικός

  • (φυσική) που αναφέρεται στην θεωρία της σχετικότητας, που αφορά φαινόμενα ή σύγκριση ομόλογων ιδιοτήτων (ανάμεσα σε σωματίδια, αντικείμενα ή χωρία) που εκτυλίσσονται σε διαφορετικό πλαίσιο αναφοράς

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]