Μετάβαση στο περιεχόμενο

σχετιστεί

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σχετιστεί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σχετίζομαι
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχετίζομαι
  3. θα σχετιστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σχετίζομαι