Μετάβαση στο περιεχόμενο

σχετιστώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σχετιστώ

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχετίζομαι
  2. θα σχετιστώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σχετίζομαι