σχηματισμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σχηματισμός < → λείπει η ετυμολογία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /sçi.ma.tiˈzmos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σχη‐μα‐τι‐σμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σχηματισμός αρσενικό
- η δημιουργία σχήματος, αντικειμένου, κτλ.
- ※ η σημερινή ταύτιση των ακροδεξιών σχηματισμών με μια κεντροαριστερή αντιπολίτευση που βιώνει εμφανή κρίση στρατηγικού προσανατολισμού, εκλαμβάνει (και, σ’ έναν δεύτερο χρόνο, υποδεικνύει) αυτά τα δυο «άκρα» ως συγκοινωνούντα δοχεία υποδοχής της κοινωνικής δυσαρέσκειας. (Χωροταξικός «αριστεροχουντισμός», 16/07/23, efsyn.gr )
- η διάταξη με συγκεκριμένους κανόνες
- στρατιωτών σε ένα στρατιωτικό τμήμα
- πολεμικών πλοίων και αεροσκαφών
- (γλωσσολογία) → δείτε τον όρο αναδρομικός σχηματισμός
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη σχήμα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- σχηματισμός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Γλωσσολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)