Μετάβαση στο περιεχόμενο

σχηματισμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σχηματισμός οι σχηματισμοί
      γενική του σχηματισμού των σχηματισμών
    αιτιατική τον σχηματισμό τους σχηματισμούς
     κλητική σχηματισμέ σχηματισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σχηματισμός < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /sçi.ma.tiˈzmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σχηματισμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σχηματισμός αρσενικό

  1. η δημιουργία σχήματος, αντικειμένου, κτλ.
      η σημερινή ταύτιση των ακροδεξιών σχηματισμών με μια κεντροαριστερή αντιπολίτευση που βιώνει εμφανή κρίση στρατηγικού προσανατολισμού, εκλαμβάνει (και, σ’ έναν δεύτερο χρόνο, υποδεικνύει) αυτά τα δυο «άκρα» ως συγκοινωνούντα δοχεία υποδοχής της κοινωνικής δυσαρέσκειας. (Χωροταξικός «αριστεροχουντισμός», 16/07/23, efsyn.gr )
  2. η διάταξη με συγκεκριμένους κανόνες
    1. στρατιωτών σε ένα στρατιωτικό τμήμα
    2. πολεμικών πλοίων και αεροσκαφών
    3. (γλωσσολογία)  δείτε τον όρο αναδρομικός σχηματισμός

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη σχήμα

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]