σχηματισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σχηματισμός οι σχηματισμοί
      γενική του σχηματισμού των σχηματισμών
    αιτιατική τον σχηματισμό τους σχηματισμούς
     κλητική σχηματισμέ σχηματισμοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σχηματισμός < → λείπει η ετυμολογία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sçi.ma.tiˈzmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σχη‐μα‐τι‐σμός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σχηματισμός αρσενικό

  1. η δημιουργία σχήματος, αντικειμένου, κτλ.
  2. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

και δείτε τη λέξη σχήμα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]