σχηματοποιώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σχηματοποιώ < ελληνιστική κοινή σχηματοποιέω / σχηματοποιῶ < αρχαία ελληνική σχημ͂α + ποιέω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική schématiser[1] [2] ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική schematization[1])
Ρήμα
[επεξεργασία]σχηματοποιώ (παθητική φωνή: σχηματοποιούμαι)
- διαμορφώνω κάτι σε ένα συγκεκριμένο σχήμα ή σύστημα, οργανώνω ή απεικονίζω με βάση κάποιο σχήμα ή σχέδιο
- απλουστεύω, απλοποιώ, περιγράφω σχηματικά, τονίζοντας μόνο τα βασικά στοιχεία
Συγγενικά
[επεξεργασία]- αποσχηματοποίηση
- αποσχηματοποιώ
- ασχηματοποίητα
- ασχηματοποίητος
- σχηματοποιημένος
- σχηματοποίηση
- υπερσχηματοποιημένος
- υπερσχηματοποιώ
- → δείτε τις λέξεις σχήμα, έχω και ποιώ
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | σχηματοποιώ | σχηματοποιούσα | θα σχηματοποιώ | να σχηματοποιώ | σχηματοποιώντας | |
| β' ενικ. | σχηματοποιείς | σχηματοποιούσες | θα σχηματοποιείς | να σχηματοποιείς | (σχηματοποίει) | |
| γ' ενικ. | σχηματοποιεί | σχηματοποιούσε | θα σχηματοποιεί | να σχηματοποιεί | ||
| α' πληθ. | σχηματοποιούμε | σχηματοποιούσαμε | θα σχηματοποιούμε | να σχηματοποιούμε | ||
| β' πληθ. | σχηματοποιείτε | σχηματοποιούσατε | θα σχηματοποιείτε | να σχηματοποιείτε | σχηματοποιείτε | |
| γ' πληθ. | σχηματοποιούν(ε) | σχηματοποιούσαν(ε) | θα σχηματοποιούν(ε) | να σχηματοποιούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | σχηματοποίησα | θα σχηματοποιήσω | να σχηματοποιήσω | σχηματοποιήσει | ||
| β' ενικ. | σχηματοποίησες | θα σχηματοποιήσεις | να σχηματοποιήσεις | σχηματοποίησε | ||
| γ' ενικ. | σχηματοποίησε | θα σχηματοποιήσει | να σχηματοποιήσει | |||
| α' πληθ. | σχηματοποιήσαμε | θα σχηματοποιήσουμε | να σχηματοποιήσουμε | |||
| β' πληθ. | σχηματοποιήσατε | θα σχηματοποιήσετε | να σχηματοποιήσετε | σχηματοποιήστε | ||
| γ' πληθ. | σχηματοποίησαν σχηματοποιήσαν(ε) |
θα σχηματοποιήσουν(ε) | να σχηματοποιήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω σχηματοποιήσει | είχα σχηματοποιήσει | θα έχω σχηματοποιήσει | να έχω σχηματοποιήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις σχηματοποιήσει | είχες σχηματοποιήσει | θα έχεις σχηματοποιήσει | να έχεις σχηματοποιήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει σχηματοποιήσει | είχε σχηματοποιήσει | θα έχει σχηματοποιήσει | να έχει σχηματοποιήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε σχηματοποιήσει | είχαμε σχηματοποιήσει | θα έχουμε σχηματοποιήσει | να έχουμε σχηματοποιήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε σχηματοποιήσει | είχατε σχηματοποιήσει | θα έχετε σχηματοποιήσει | να έχετε σχηματοποιήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν σχηματοποιήσει | είχαν σχηματοποιήσει | θα έχουν σχηματοποιήσει | να έχουν σχηματοποιήσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σχηματοποιώ
Αναφορές
[επεξεργασία]- 1 2 σχηματοποιώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- ↑ σχηματοποιώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρώ»
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)