Μετάβαση στο περιεχόμενο

σχηματοποιώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σχηματοποιώ < ελληνιστική κοινή σχηματοποιέω / σχηματοποιῶ < αρχαία ελληνική σχημ͂α + ποιέω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική schématiser[1] [2] ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική schematization[1])

σχηματοποιώ (παθητική φωνή: σχηματοποιούμαι)

  1. διαμορφώνω κάτι σε ένα συγκεκριμένο σχήμα ή σύστημα, οργανώνω ή απεικονίζω με βάση κάποιο σχήμα ή σχέδιο
  2. απλουστεύω, απλοποιώ, περιγράφω σχηματικά, τονίζοντας μόνο τα βασικά στοιχεία

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 σχηματοποιώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  2. σχηματοποιώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας