σχιζοφασία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σχιζοφασία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική schizophasia < αρχαία ελληνική σχίζω + φάσις < φημί
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σχιζοφασία θηλυκό
- (ψυχιατρική) τύπος αποδιοργανωμένου λόγου που χαρακτηρίζεται από ασύνδετες, χωρίς συνοχή ή ασυνάρτητες φράσεις, συνήθως σχετιζόμενος με σχιζοφρένεια ή άλλες ψυχιατρικές διαταραχές
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σχιζοφασία
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ψυχιατρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)