σχιζοφρενής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σχιζοφρενής σχιζοφρενής σχιζοφρενές
γενική σχιζοφρενούς σχιζοφρενούς σχιζοφρενούς
αιτιατική σχιζοφρενή σχιζοφρενή σχιζοφρενές
κλητική σχιζοφρενή(ς) σχιζοφρενής σχιζοφρενές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σχιζοφρενείς σχιζοφρενείς σχιζοφρενή
γενική σχιζοφρενών σχιζοφρενών σχιζοφρενών
αιτιατική σχιζοφρενείς σχιζοφρενείς σχιζοφρενή
κλητική σχιζοφρενείς σχιζοφρενείς σχιζοφρενή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σχιζοφρενής < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική schizophren < Schizophrenie < αρχαία ελληνική σχίζω + φρην

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sçi.zɔ.fɾε.ˈnis/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σχιζοφρενής, -ής, -ές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σχιζοφρενής αρσενικό ή θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]