σχιστοφυής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | σχιστοφυής | η | σχιστοφυής | το | σχιστοφυές |
| γενική | του | σχιστοφυούς* | της | σχιστοφυούς | του | σχιστοφυούς |
| αιτιατική | τον | σχιστοφυή | τη | σχιστοφυή | το | σχιστοφυές |
| κλητική | σχιστοφυή(ς) | σχιστοφυής | σχιστοφυές | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | σχιστοφυείς | οι | σχιστοφυείς | τα | σχιστοφυή |
| γενική | των | σχιστοφυών | των | σχιστοφυών | των | σχιστοφυών |
| αιτιατική | τους | σχιστοφυείς | τις | σχιστοφυείς | τα | σχιστοφυή |
| κλητική | σχιστοφυείς | σχιστοφυείς | σχιστοφυή | |||
| * Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού | ||||||
| Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /sçi.sto.fiˈis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σχι‐στο‐φυ‐ής
Επίθετο
[επεξεργασία]σχιστοφυής, -ής, -ές
- χαρακτηρισμός πετρωμάτων τα οποία έχουν την ιδιότητα της σχιστότητας
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σχιστοφυής
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- σχιστοφυής σελ.7062 - ⌘ Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία. (συντομογραφίες & συγγραφέων)