Μετάβαση στο περιεχόμενο

σχιστοφυής

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σχιστοφυής η σχιστοφυής το σχιστοφυές
      γενική του σχιστοφυούς* της σχιστοφυούς του σχιστοφυούς
    αιτιατική τον σχιστοφυή τη σχιστοφυή το σχιστοφυές
     κλητική σχιστοφυή(ς) σχιστοφυής σχιστοφυές
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σχιστοφυείς οι σχιστοφυείς τα σχιστοφυή
      γενική των σχιστοφυών των σχιστοφυών των σχιστοφυών
    αιτιατική τους σχιστοφυείς τις σχιστοφυείς τα σχιστοφυή
     κλητική σχιστοφυείς σχιστοφυείς σχιστοφυή
* Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σχιστοφυής < σχιστ(ός) + -ο- + -φυής

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /sçi.sto.fiˈis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σχιστοφυής

Επίθετο

[επεξεργασία]

σχιστοφυής, -ής, -ές

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]