σχιστός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | σχιστός | η | σχιστή | το | σχιστό |
| γενική | του | σχιστού | της | σχιστής | του | σχιστού |
| αιτιατική | τον | σχιστό | τη | σχιστή | το | σχιστό |
| κλητική | σχιστέ | σχιστή | σχιστό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | σχιστοί | οι | σχιστές | τα | σχιστά |
| γενική | των | σχιστών | των | σχιστών | των | σχιστών |
| αιτιατική | τους | σχιστούς | τις | σχιστές | τα | σχιστά |
| κλητική | σχιστοί | σχιστές | σχιστά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σχιστός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σχιστός[1] < σχίζω. Συκρίνετε με το σκιστός.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /sçiˈstos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σχι‐στός
Επίθετο
[επεξεργασία]σχιστός, -ή, -ό
- που έχει σχιστεί
- άλλες μορφές: σχισμένος
- που μοιάζει σαν να έχει σχιστεί
- ※ Σχιστά μάτια και αγαλματώδης κορμοστασιά έχουν ως αποτέλεσμα να σταματάει η κυκλοφορία – ακόμη και η ανάγνωση του σχεδίου Ανάν – στο πέρασμα της κυρίας, η οποία, σημειωτέον, έχει πλήρη επίγνωση των αισθημάτων που προκαλεί.
- H άλλη πλευρά της Λουκέρνης, Τα Νέα, 30 Μαρτίου 2004
- ※ Σχιστά μάτια και αγαλματώδης κορμοστασιά έχουν ως αποτέλεσμα να σταματάει η κυκλοφορία – ακόμη και η ανάγνωση του σχεδίου Ανάν – στο πέρασμα της κυρίας, η οποία, σημειωτέον, έχει πλήρη επίγνωση των αισθημάτων που προκαλεί.
- που έχει σχεδιαστεί επίτηδες με κάποιο άνοιγμα σαν σκίσιμο
- → και δείτε τη λέξη σκιστός
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ σχιστός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)