σχοινοβάτισσα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σχοινοβάτισσα < σχοινοβάτης + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σχοινοβάτισσα θηλυκό
- (επάγγελμα) → δείτε τη λέξη σχοινοβάτης