σχολάσει
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]σχολάσει
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σχολώ
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχολώ
- θα σχολάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σχολώ