σχολίατρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σχολίατρος σχολίατροι
γενική σχολιάτρου σχολιάτρων
αιτιατική σχολίατρο σχολιάτρους
κλητική σχολίατρε σχολίατροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σχολίατρος < σχολείο + -ίατρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σχολίατρος αρσενικό ή θηλυκό

  • γιατρός αρμόδιος να αντιμετωπίσει υγειονομικής φύσεως προβλήματα σχετικά με τα σχολεία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]