σχολαστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική σχολαστικός σχολαστική σχολαστικό
γενική σχολαστικού σχολαστικής σχολαστικού
αιτιατική σχολαστικό σχολαστική σχολαστικό
κλητική σχολαστικέ σχολαστική σχολαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σχολαστικοί σχολαστικές σχολαστικά
γενική σχολαστικών σχολαστικών σχολαστικών
αιτιατική σχολαστικούς σχολαστικές σχολαστικά
κλητική σχολαστικοί σχολαστικές σχολαστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σχολαστικός < σχολάζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /sxɔ.la.sti.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /sxɔ.la.sti.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /sxɔ.la.sti.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

σχολαστικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με το θεολογικό και φιλοσοφικό τρόπο σκέψης του Μεσαίωνα, με τον οποίο επιδιωκόταν η θεμελίωση των χριστιανικών αντιλήψεων και δογμάτων στη φιλοσοφία και τη Λογική, κυρίως με βάση τις πλατωνικές, νεοπλατωνικές και αριστοτελικές αρχές
  2. (μεταφορικά-μειωτικά) που χαρακτηρίζεται από υπερβολική προσήλωση στις τυπικές λεπτομέρειες, εις βάρος της ουσίας
  3. που γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σχολαστικός αρσενικό