σχολειά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /sxoˈʎa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σχο‐λειά
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]σχολειά ουδέτερο
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχολειό