σχολεῖον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ σχολεῖον τὰ σχολεῖ
      γενική τοῦ σχολείου τῶν σχολείων
      δοτική τῷ σχολεί τοῖς σχολείοις
    αιτιατική τὸ σχολεῖον τὰ σχολεῖ
     κλητική ! σχολεῖον σχολεῖ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σχολείω
γεν-δοτ τοῖν  σχολείοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'τέκνον' όπως «στοιχεῖον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σχολεῖον < αρχαία ελληνική σχολ(ή) + -εῖον < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *seǵhe- / *sǵhē- (συγγενές με το αρχαία ελληνική ἔχω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σχολεῖον ουδέτερο (ελληνιστική κοινή)

  1. (εκπαίδευση) σχολείο, σχολή (στον Αρριανό Arr.Epict.3.23.30.)
  2. (σε επιγραφές) (ίσως) (τελευταίος) τόπος ανάπαυσης, τόπος ταφής

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]