σχῆμα
Εμφάνιση
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σχῆμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σχῆμα
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈsçi.ma/ (10ος μ.Χ. αιώνας Βυζαντινή)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σχή‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σχῆμα, -τος ουδέτερο
- το σχήμα
Απόγονοι
[επεξεργασία]σχῆμα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- ⇘ καθαρεύουσα: σχῆμα
Πηγές
[επεξεργασία]- σχήμα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | σχῆμᾰ | τὰ | σχήμᾰτᾰ |
| γενική | τοῦ | σχήμᾰτος | τῶν | σχημᾰ́των |
| δοτική | τῷ | σχήμᾰτῐ | τοῖς | σχήμᾰσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸ | σχῆμᾰ | τὰ | σχήμᾰτᾰ |
| κλητική ὦ! | σχῆμᾰ | σχήμᾰτᾰ | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | σχήμᾰτε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | σχημᾰ́τοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'κτῆμα' όπως «κτῆμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /skʰɛ̂ː.ma/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σχῆ‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σχῆμα, -τος ουδέτερο
- (γεωμετρία) το σχήμα, η μορφή, γεωμετρικό σώμα / αντικείμενο
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Γαληνός, In Hippocratis De articulis, 1.19, p.340 @scaife.perseus
- καί τις τῶν κωμικῶν ἐπεῖπεν ἐπισκώπτων τινὰ δὴ τῶν λοπάδων τοὺς ἄμβωνας περιλείχειν. ἀῤῥενικῶς μὲν οὖν ἄμβωνας οἱ Ἀττικοὶ, θηλυκῶς δὲ οἱ Ἴωνες τὰ τοιαῦτα σχήματα καλοῦσιν ἄμβας.
- Και κάποιος από τους κωμικούς (ΣτΜ τους κωμικούς ποιητές) είπε κοροϊδευτικά για κάποιον ότι γλείφει γύρω-γύρω τα χείλη των πιάτων. Στην Αττική χρησιμοποιούν τη λέξη (για τα χείλη των πιάτων) στο αρσενικό γένος, «τοὺς ἄμβωνας», ενώ οι Ίωνες αποκαλούν αυτά τα αντικείμενα σε θηλυκό γένος, «τὰς ἄμβας».
- Μετάφραση παραθέματος: Βικιλεξικό.
- καί τις τῶν κωμικῶν ἐπεῖπεν ἐπισκώπτων τινὰ δὴ τῶν λοπάδων τοὺς ἄμβωνας περιλείχειν. ἀῤῥενικῶς μὲν οὖν ἄμβωνας οἱ Ἀττικοὶ, θηλυκῶς δὲ οἱ Ἴωνες τὰ τοιαῦτα σχήματα καλοῦσιν ἄμβας.
- → λατινική: habitus
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Γαληνός, In Hippocratis De articulis, 1.19, p.340 @scaife.perseus
- η εμφάνιση, το επιφαινόμενο· αντιθέτως προς την πραγματικότητα
- έκφραση, όψη
- ενδυμασία, ιματισμός
- χορευτική φιγούρα
Απόγονοι
[επεξεργασία]σχῆμα (αρχαία ελληνικά)
- ⇘ μεσαιωνικά ελληνικά: σχῆμα
- ⇘ καθαρεύουσα: σχῆμα
- ↷ λατινικά: schēma (δείτε εκεί για περισσότερα)
Πηγές
[επεξεργασία]- σχῆμα - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- σχῆμα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Χρειάζονται παραθέματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'κτῆμα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'κτῆμα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπερισπώμενες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -μα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Γεωμετρία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Γαληνό (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από ιατρικά κείμενα (ελληνιστική κοινή)
- Χρειάζονται παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)