Μετάβαση στο περιεχόμενο

σωματολογία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σωματολογία οι σωματολογίες
      γενική της σωματολογίας των σωματολογιών
    αιτιατική τη σωματολογία τις σωματολογίες
     κλητική σωματολογία σωματολογίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σωματολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική somatologie[1] [2] ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική somatology[1] < αρχαία ελληνική σῶμα + λέγω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σωματολογία θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 σωματολογία - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  2. σωματολογία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας