Μετάβαση στο περιεχόμενο

σωπάσετε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σωπάσετε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωπαίνω
  2. θα σωπάσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σωπαίνω