σωρεύσει

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

σωρεύσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σωρεύω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωρεύω
  3. θα σωρεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σωρεύω