σως

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σως < μέσος 14ος αιώνας αγγλικά: sause < παλαιογαλλικά: sauce, sausse < λατινικά: salsa "αλατισμένος, αλμυρή τροφή"[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/?/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σως (el) θηλυκό, άκλιτο
πληθυντικό έχει (αμετάβλητη η λέξη σως) όταν συγκρίνουμε σάλτσες άλλης σύστασης