σωσμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σωσμένος σωσμένη σωσμένο
γενική σωσμένου σωσμένης σωσμένου
αιτιατική σωσμένο σωσμένη σωσμένο
κλητική σωσμένε σωσμένη σωσμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σωσμένοι σωσμένες σωσμένα
γενική σωσμένων σωσμένων σωσμένων
αιτιατική σωσμένους σωσμένες σωσμένα
κλητική σωσμένοι σωσμένες σωσμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σωσμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σώζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

σωσμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: σώζω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]