σωστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σωστικός < αρχαία ελληνική σῴζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σωστικός -ή -ό

  • αυτός που είναι κατάλληλος για τη διάσωση ανθρώπων που κινδυνεύουν
σωστικό συνεργείο, σωστική λέμβος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • σωστική ανασκαφή: η ανασκαφή η οποία γίνεται για τη διάσωση των αρχαιολογικών ευρημάτων που ανακαλύφθηκαν κατά τύχη σε χώρο εκσκαφής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]