σωτήριος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Σωτήριος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σωτήριος < αρχαία ελληνική σωτήριος < σωτήρ

Επίθετο[επεξεργασία]

σωτήριος, -α, -ο

  1. που έσωσε
    σωτήρια επέμβαση
  2. που έφερε τη σωτηρία
    σωτήρια ημέρα

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]