σωφρονιστικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σωφρονιστικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σωφρονιστικός (που διορθώνει)[1], κατά την σημασία των σωφρονίζω και σωφρονιστής[2]. Συγχρονικά αναλύεται σε σώφρον(ίζω) + -ιστικός.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /so.fɾo.nis.tiˈkos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σω‐φρο‐νι‐στι‐κός
Επίθετο
[επεξεργασία]σωφρονιστικός, -ή, -ό
- (νομικός όρος) που έχει σχέση με τον σωφρονισμό ή αναφέρεται σε αυτόν (ιδίως αναφορικά με τις φυλακές)
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σωφρονιστικός
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ σωφρονιστικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ↑ σωφρονιστικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ιστικός (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Νομικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)