Μετάβαση στο περιεχόμενο

σωφρονιστικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σωφρονιστικός η σωφρονιστική το σωφρονιστικό
      γενική του σωφρονιστικού της σωφρονιστικής του σωφρονιστικού
    αιτιατική τον σωφρονιστικό τη σωφρονιστική το σωφρονιστικό
     κλητική σωφρονιστικέ σωφρονιστική σωφρονιστικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σωφρονιστικοί οι σωφρονιστικές τα σωφρονιστικά
      γενική των σωφρονιστικών των σωφρονιστικών των σωφρονιστικών
    αιτιατική τους σωφρονιστικούς τις σωφρονιστικές τα σωφρονιστικά
     κλητική σωφρονιστικοί σωφρονιστικές σωφρονιστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σωφρονιστικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σωφρονιστικός (που διορθώνει)[1], κατά την σημασία των σωφρονίζω και σωφρονιστής[2]. Συγχρονικά αναλύεται σε σώφρον(ίζω) + -ιστικός.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /so.fɾo.nis.tiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σωφρονιστικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

σωφρονιστικός, -ή, -ό

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. σωφρονιστικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. σωφρονιστικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας