σόγια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σόγια οι σόγιες
      γενική της σόγιας των (σογιών)
    αιτιατική τη σόγια τις σόγιες
     κλητική σόγια σόγιες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σόγια < ιαπωνική

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σόγια θηλυκό

  1. το φυτό Γλυκίνη η μαξ (Glycine max)
  2. το φασόλι του φυτού

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

σόγια ουδέτερο

  1. σόι, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού