σόγια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | σόγια | οι | σόγιες |
| γενική | της | σόγιας | των | (σογιών) |
| αιτιατική | τη | σόγια | τις | σόγιες |
| κλητική | σόγια | σόγιες | ||
| Κατηγορία όπως «νότα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σόγια < (άμεσο δάνειο) αγγλική soya < ιαπωνική ς προέλευσης

Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σόγια θηλυκό
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]σόγια ουδέτερο
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σόι
Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
σόγια στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σόγια
|
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]σόγια ουδέτερο
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σόι
Πηγές
[επεξεργασία]- σόγια - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- σόγια - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νότα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με δύσχρηστη γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιαπωνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φυτά (νέα ελληνικά)
- Όσπρια (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι ουσιαστικών (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)