σόι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σόι τα σόγια
      γενική του σογιού των σογιών
    αιτιατική το σόι τα σόγια
     κλητική σόι σόγια
όπως «τσάι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σόι < (άμεσο δάνειο) τουρκική soy

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈso.i/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σό‐ι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σόι ουδέτερο

  1. η ευρύτερη οικογένεια στην οποία ανήκει κάποιος
    ο γάμος τους διαλύθηκε εξαιτίας της ασυνεννοησίας ανάμεσα στα σόγια'
  2. το συγγενολόι
    κάθε φορά που έχουμε γιορτή, πλακώνει όλο το σόι
  3. το είδος
    τι σόι άνθρωπος είναι αυτός;

Μεταφράσεις[επεξεργασία]