σόι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σόι τα σόγια
      γενική του σογιού των σογιών
    αιτιατική το σόι τα σόγια
     κλητική σόι σόγια
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σόι < τουρκική soy < ρωσικής < κινεζικής προέλευσης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σόι ουδέτερο

  1. η ευρύτερη οικογένεια στην οποία ανήκει κάποιος
    ο γάμος τους διαλύθηκε εξαιτίας της ασυννενοησίας ανάμεσα στα σόγια'
  2. το συγγενολόι
    κάθε φορά που έχουμε γιορτή, πλακώνει όλο το σόι
  3. το είδος
    τι σόι άνθρωπος είναι αυτός;

Μεταφράσεις[επεξεργασία]