σόλο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σόλο < ιταλική solo

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σόλο ουδέτερο άκλιτο

  1. το μουσικό κομμάτι για εκτέλεση από ένα μόνο άτομο
  2. οποιαδήποτε περφόρμανς ή παρουσίαση ενός ατόμου ή αντικειμένου
  3. ο φθογγοσειραϊσμός· η σειραϊκή/αλληλουχική εκτέλεση/παίξιμο των μουσικών φθόγγων/νοτών
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: το σολάρισμα
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα: η συγχορδία
  4. (χαρτοπαίγνια) όρος της πρέφας που σημαίνει διπλό χάσιμο


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σόλο άκλιτο

  1. μόνος

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

  1. χωρίς συνοδεία