σόλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

σόλο < ιταλική solo

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σόλο ουδέτερο άκλιτο

  1. το μουσικό κομμάτι για εκτέλεση από ένα μόνο άτομο
  2. οποιαδήποτε περφόρμανς ή παρουσίαση ενός ατόμου ή αντικειμένου
  3. ο φθογγοσειραϊσμός· η σειραϊκή/αλληλουχική εκτέλεση/παίξιμο των μουσικών φθόγγων/νοτών
    Συνώνυμα: το σολάρισμα
    Αντώνυμα: η συγχορδία
  4. (χαρτοπαίγνια) όρος της πρέφας που σημαίνει διπλό χάσιμο


Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

σόλο άκλιτο

  1. μόνος

Επίρρημα[επεξεργασία]

  1. χωρίς συνοδεία