σύγγραμμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σύγγραμμα τα συγγράμματα
      γενική του συγγράμματος των συγγραμμάτων
    αιτιατική το σύγγραμμα τα συγγράμματα
     κλητική σύγγραμμα συγγράμματα
όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συν+γραμμα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σύγγραμμα ουδέτερο

  • επιστημονικό βιβλίο, δοκίμιο, διατριβή, γνωστικό εγχειρίδιο, πνευματικό έργο
    Είχε μια τεράστια βιβλιοθήκη, κυρίως με επιστημονικά συγγράμματα. (Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]