Μετάβαση στο περιεχόμενο

σύγκλητος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σύγκλητος οι σύγκλητοι
      γενική της συγκλήτου των συγκλήτων
    αιτιατική τη σύγκλητο τις συγκλήτους
     κλητική σύγκλητε
(σύγκλητο)
σύγκλητοι
Κατηγορία όπως «ήπειρος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σύγκλητος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύγκλητος (επίθετο, εννοείται βουλή: μετά από πρόσκληση) < συγκαλέω / συγκαλῶ < σύν (σύγ-) + καλέω / καλῶ

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈsiŋ.ɡli.tos/
τυπογραφικός συλλαβισμός : σύ‐γκλη‐τος
παλιότερος συλλαβισμός : σύγ‐κλη‐τος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σύγκλητος θηλυκό

  1. (εκπαίδευση) το ανώτερο διοικητικό όργανο ενός πανεπιστημίου
  2. (ιστορία, πολιτική) πολιτικός θεσμός της αρχαίας Ρώμης
    ※  Ἐκ τοῦ Σουετονίου μανθάνομεν ὅτι ἡ σύγκλητος ἔδωκεν εἰς τὸν Καίσαρα διὰ ψηφίσματος την ὅλως ἰδιαιτέραν χάριν του νὰ φέρη πάντοτε ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του στέμμα ἐκ δάφνης. Ὁ Καῖσαρ δὲν ἤθελε νὰ δεικνύη ὅτι ἦτον ὁ κατακτητὴς τοῦ κόσμου, ἀλλ' ἤθελε νὰ κρύπτη την φαλακρότητά του. (George Gordon Byron Baron Byron (Λόρδος Βύρων) Ανέστης Π. Κωνσταντινίδης, Τα άπαντα του Βύρωνος, σελ. 298, 1895)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ὁ/ἡ σύγκλητος τὸ σύγκλητον
      γενική τοῦ/τῆς συγκλήτου τοῦ συγκλήτου
      δοτική τῷ/τῇ συγκλήτῳ τῷ συγκλήτῳ
    αιτιατική τὸν/τὴν σύγκλητον τὸ σύγκλητον
     κλητική ὦ! σύγκλητε σύγκλητον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ σύγκλητοι τὰ σύγκλητᾰ
      γενική τῶν συγκλήτων τῶν συγκλήτων
      δοτική τοῖς/ταῖς συγκλήτοις τοῖς συγκλήτοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς συγκλήτους τὰ σύγκλητᾰ
     κλητική ὦ! σύγκλητοι σύγκλητᾰ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ συγκλήτω τὼ συγκλήτω
      γεν-δοτ τοῖν συγκλήτοιν τοῖν συγκλήτοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

→ ζητούμενο λήμμα