σύγκλινο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Antecline (PSF).png
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σύγκλινο τα σύγκλινα
      γενική του συγκλίνου των συγκλίνων
    αιτιατική το σύγκλινο τα σύγκλινα
     κλητική σύγκλινο σύγκλινα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σύγκλινο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική syncline < αρχαία ελληνική σύν + κλίνω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsiŋ.gli.nɔ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σύγκλινο ουδέτερο

  1. (γεωλογία) η προς τα κάτω καμπή του εδάφους σε σημείο που τα πετρώματα είναι κυρτά
  2. (γαστρονομία) χοιρινό κρέας όπως παρασκευάζεται παραδοσιακά σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος με συγκεκριμένο τρόπο ώστε να διατηρείται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]