σύγκρουση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σύγκρουση συγκρούσεις
γενική σύγκρουσης
& συγκρούσεως
συγκρούσεων
αιτιατική σύγκρουση συγκρούσεις
κλητική σύγκρουση συγκρούσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σύγκρουση < αρχαία ελληνική σύγκρουσις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /siŋˈ.kɾu.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σύγκρουση θηλυκό

  1. ορμητική πτώση ενός κινούμενου αντικειμένου πάνω σε άλλο κινούμενο ή ακίνητο αντικείμενο
    θανατηφόρα μετωπική σύγκρουση δύο αυτοκινήτων
  2. πολεμική, αθλητική, πολιτική ή άλλου είδους μάχη, αναμέτρηση, διαφωνία
  3. αναντιστοιχία, ασυμβατότητα
    οι απόψεις σου έρχονται σε σύγκρουση με την κοινή λογική

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • σύγκρουση γιγάντων: τα δύο αντιμαχόμενα μέρη είναι εξίσου πολύ ισχυρά
  • σύγκρουση συμφερόντων: η περίπτωση κατά την οποία η αποστολή ή η εργασία που έχει αναλάβει κάποιος βρίσκεται σε σύγκρουση με τα προσωπικά του συμφέροντα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]