σύγκρουση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σύγκρουση οι συγκρούσεις
      γενική της σύγκρουσης
& συγκρούσεως
των συγκρούσεων
    αιτιατική τη σύγκρουση τις συγκρούσεις
     κλητική σύγκρουση συγκρούσεις
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σύγκρουση < αρχαία ελληνική σύγκρουσις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /siŋˈ.kɾu.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σύγκρουση θηλυκό

  1. ορμητική πτώση ενός κινούμενου αντικειμένου πάνω σε άλλο κινούμενο ή ακίνητο αντικείμενο
    θανατηφόρα μετωπική σύγκρουση δύο αυτοκινήτων
  2. πολεμική, αθλητική, πολιτική ή άλλου είδους μάχη, αναμέτρηση, διαφωνία
     συνώνυμα: σύρραξη
  3. αναντιστοιχία, ασυμβατότητα
    οι απόψεις σου έρχονται σε σύγκρουση με την κοινή λογική
  4. (πληροφορική) η εσφαλμένη υπαγωγή περιοχής δίσκου, κάρτας μνήμης ή άλλου φορέα δεδομένων σε διαφορετικά (περισσότερα του ενός) αναγνωριστικά (αναγνωριστικούς κώδικες)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • σύγκρουση γιγάντων: τα δύο αντιμαχόμενα μέρη είναι εξίσου πολύ ισχυρά
  • σύγκρουση συμφερόντων: η περίπτωση κατά την οποία η αποστολή ή η εργασία που έχει αναλάβει κάποιος βρίσκεται σε σύγκρουση με τα προσωπικά του συμφέροντα
  • σύγκρουση δεδομένων:
  1. ύπαρξη (ή έστω εμφάνιση σε κάποιον) αντιφατικών δεδομένων
  2. (πληροφορική) καπέλωση εγγραφής δεδομένου από άλλο όμως πλέον χωρίς να ξέρουμε που (σε ποιο αναγνωριστικό) αντιστοιχεί ή αν το καπέλωμα ήταν μερικό και άρα το νέο ψευδοδεδομένο δεν ταιριάζει με κανένα πρωταρχικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]