σύζευξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σύζευξη συζεύξεις
γενική σύζευξης
& συζεύξεως
συζεύξεων
αιτιατική σύζευξη συζεύξεις
κλητική σύζευξη συζεύξεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σύζευξη < αρχαία ελληνική σύζευξις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsi.zεf.ksi/

ελληνικά[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σύζευξη συζεύξεις
γενική σύζευξης
& συζεύξεως
συζεύξεων
αιτιατική σύζευξη συζεύξεις
κλητική σύζευξη συζεύξεις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsi.zɛf.ksi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σύζευξη θηλυκό

  1. το ζέψιμο δύο ή περισσοτέρων υποζυγίων (αλόγων, βοδιών, κ.ά.) για όργωμα, μεταφορά άμαξας, κ.λπ.
  2. (μτφ.) συνένωση, συναρμογή, στενή σύνδεση
    σύζευξη σκοπών
  3. συνένωση μηχανών ή ηλεκτρικών συσκευών ώστε να λειτουργούν ταυτόχρονα
  4. (βιολ) η ένωση δύο ανθρώπων και η ανταλλαγή γεννητικών προιόντων
  5. η ένωση δια του γάμου

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]