σύλληψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σύλληψη < αρχαία ελληνική σύλληψις < συλλαμβάνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σύλληψη θηλυκό

  1. η, από αρμόδια όργανα, αφαίρεση της ελευθερίας και ο περιορισμός των κινήσεων ενός ατόμου που θεωρείται ύποπτο
    όλοι οι δραπέτες οδηγήθηκαν, μετά τη σύλληψή τους, στα κρατητήρια της ασφάλειας
  2. η συνένωση ωαρίου και σπερματοζωαρίου με αποτέλεσμα τη δημιουργία αρχικού κυττάρου οργανισμού
    • (κατ’ επέκταση) (μεταφορικά) η αρχική νοητική αναπαράσταση μιας ιδέας

32πχ Μεταφράσεις[]