σύμμειξη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σύμμειξη συμμείξεις
γενική σύμμειξης
& συμμείξεως
συμμείξεων
αιτιατική σύμμειξη συμμείξεις
κλητική σύμμειξη συμμείξεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σύμμειξη < αρχαία ελληνική σύμμειξις (< συμμείγνυμι = αναμειγνύω μαζί)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σύμμειξη θηλυκό

  1. ανάμειξη, ανακάτωμα, συνένωση (διαφορετικών πραγμάτων μεταξύ τους)
  2. (Ορολογία) σχηματισμός όρου με σύντμηση και συνδυασμό δύο (ή περισσότερων) χωριστών όρων
Σημειώσεις
  • Ο όρος που προέρχεται από τη σύμμειξη λέγεται σύμμειγμα
  • Η σύμμειξη δεν ακολουθεί τους κανόνες της κανονικής σύνθεσης όπου διατηρούνται τα θέματα των συνθετικών.
  • Στη γλωσσολογία και στη λεξικογραφία χρησιμοποιούνται και τα συνώνυμα σύμφυρση, συμφυρμός, αμαλγάμωση.
Παραδείγματα
Με σύμμειξη, από τους δύο όρους ευρωπαϊκός και κώδικας προήλθε το μονολεκτικό σύμμειγμα ευρωκώδικας, από τους δύο όρους δυαδικό και ψηφίο προήλθε το μονολεκτικό σύμμειγμα δυφίο.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

της σημασίας 2:

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]