σύμπλοκη ένωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

σύμπλοκη ένωση < σύμπλοκος + ένωση

Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

σύμπλοκη ένωση θηλυκό

  1. (χημεία), (βιοχημεία), (φαρμακευτική): χημική ένωση που συντίθεται από επιμέρους χημικές ενώσεις διάφορες μεταξύ τους, .

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • οι σύμπλοκες ενώσεις λαμβάνουν ονομασία του βασικού χημικού στοιχείου π.χ. σύμπλοκες ενώσεις βισμουθίου, (όπως π.χ. το τρικαλιούχο δικιτρικό βισμούθιο), σύμπλοκες ενώσεις αργιλίου (όπως π.χ. η σουκραλφάτη), κ.λπ.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]