σύμπτωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σύμπτωση < αρχαία ελληνική σύμπτωσις < σύν + πίπτω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σύμπτωση θηλυκό

  1. η τυχαία, αναπάντεχη ταυτόχρονη εμφάνιση δύο γεγονότων
    τι σύμπτωση να σε βρω εδώ! Και πάνω που σε σκεφτόμουν
  2. σύμπτωση απόψεων: απόλυτη συμφωνία
  3. (πληροφορική) collision: συνώνυμο του σύγκρουση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]