σύμφωνο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σύμφωνο σύμφωνα
γενική συμφώνου συμφώνων
αιτιατική σύμφωνο σύμφωνα
κλητική σύμφωνο σύμφωνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σύμφωνο < αρχαία ελληνική σύμφωνον < ουδέτερο του σύμφωνος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σύμφωνο ουδέτερο

  1. (γλωσσολογία) φθόγγος που παράγεται από το στένεμα ή τη φραγή του αέρα από τα φωνητικά όργανα
  2. (πολιτική) συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων κρατών


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

άηχα, διχειλικά, ηχηρά, κλειστά, μονοπαλλόμενα, οδοντικά, ουρανικά, προσεγγιστικά, προστριβόμενα, ρινικά, τριβόμενα, υπερωικά, φατνιακά, χειλοδοντικά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]