σύνολο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σύνολο σύνολα
γενική συνόλου συνόλων
αιτιατική σύνολο σύνολα
κλητική σύνολο σύνολα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σύνολο < σύνολον < αρχαία ελληνική λέξη, επίθετο σύνολος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σύνολο ουδέτερο

  1. συλλογή διαφορετικών υλικών ή νοητών αντικειμένων
  2. (μαθηματικά) συλλογή στοιχείων που είναι απολύτως διακριτά μεταξύ τους αλλά που αξιωματικά θεωρούμε ως μία ολότητα ή ενότητα
    • η θεωρία συνόλων βρίσκεται στη βάση των σύγχρονων μαθηματικών
  3. (γραμματική) ενότητα λέξεων σχετικά στενά συνδεδεμένων μεταξύ τους
    • το άρθρο «ο» μαζί με το ουσιαστικό «άνθρωπος» σχηματίζουν το ονοματικό σύνολο «ο άνθρωπος»
  4. όλα τα μέλη μιας ομάδας μηδενός εξαιρουμένου, το όλον, η ολοκληρία, η ολότητα
  5. άθροισμα ομοειδών
    • το σύνολο των οφειλών μας είναι τεράστιο
  6. ένα σύνολο από έπιπλα, ρούχα, διακοσμητικά στοιχεία ή καλλιτεχνήματα που ταιριάζουν αρμονικά όλα μαζί
    • φόραγε ένα πολύ ωραίο σύνολο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]