σύνταγμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σύνταγμα συντάγματα
γενική συντάγματος συνταγμάτων
αιτιατική σύνταγμα συντάγματα
κλητική σύνταγμα συντάγματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σύνταγμα < αρχαία ελληνική σύνταγμα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsiⁿ.da.ɣma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σύνταγμα ουδέτερο

  1. ο θεμελιώδης νόμος μιας δημοκρατικής πολιτείας
    η βουλή θα ψηφίσει την αναθεώρηση του συντάγματος
  2. μονάδα του στρατού ξηράς, μεγαλύτερη από το τάγμα, που αριθμεί περί τους 1.000 άνδρες
    ο διοικητής του 9ου Συντάγματος επιθεώρησε τους νεοσύλλεκτους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική σύνταγμα συντάγματε συντάγματα
Γενική συντάγματος συνταγμάτοιν συνταγμάτων
Δοτική συντάγματι συνταγμάτοιν συντάγμασι
Αιτιατική σύνταγμα συντάγματε συντάγματα
Κλητική σύνταγμα συντάγματε συντάγματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σύνταγμα < συντάσσω < σύν + τάσσω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σύνταγμα ουδέτερο

  1. ο τρόπος οργάνωσης μιας πόλης-κράτους
    Τὸ μὲν οὖν σύνταγμα τῆς πολιτείας τοιοῦτον ἦν αὐτοῖς (Ισοκρ. Αρεοπ. 28.1-2)