σύντροφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σύντροφος σύντροφοι
γενική συντρόφου συντρόφων
αιτιατική σύντροφο συντρόφους
κλητική σύντροφε σύντροφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σύντροφος <

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsin.dɾɔ.fɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σύντροφος αρσενικό (θηλυκό: συντρόφισσα & (λόγιο) σύντροφος)

  1. που συζεί με κάποιον, που είναι μαζί με κάποιον
  2. σύζυγος, ταίρι
  3. συμπαραστάτης
  4. προσφώνηση μελών σοσιαλιστικών ή κομμουνιστικών κομμάτων
  5. (παρωχημένο) συνεταίρος (πβ. Συντροφία/Σία)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ σύντροφος τὸ σύντροφον οἱ, αἱ σύντροφοι τὰ σύντροφα
Γενική τοῦ, τῆς συντρόφου τοῦ συντρόφου τῶν συντρόφων τῶν συντρόφων
Δοτική τῷ, τῇ συντρόφῳ τῷ συντρόφῳ τοῖς, ταῖς συντρόφοις τοῖς συντρόφοις
Αιτιατική τὸν, τὴν σύντροφον τὸ σύντροφον τοὺς, τὰς συντρόφους τὰ σύντροφα
Κλητική σύντροφε σύντροφον σύντροφοι σύντροφα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική συντρόφω
Γενική-Δοτική συντρόφοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σύντροφος < συντρέφω < συν + τρέφω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σύντροφος, -ος, -ον

  1. που (ανα)τρέφεται μαζί με κάποιον
  2. που έχει μεγαλώσει μαζί
  3. σύζυγος
  4. οικείος
  5. κοινός, συνηθισμένος
  6. φυσικός, έμφυτος