σύριγγα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

μια άδεια σύριγγα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σύριγγα < γαλλική seringue < αρχαία ελληνική σῦριγξ (που σήμαινε σωλήνα, επίσης ήταν και μουσικό όργανο)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σύριγγα θηλυκό

  1. (ιατρική) συσκευή για την εισαγωγή ενέσεων, με κύλινδρο που περιέχει το υγρό και μια βελόνα στην άκρη του

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


δύο σύριγγες από την Ρουμανία

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σύριγγα < αρχαία ελληνική σῦριγξ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σύριγγα θηλυκό

  1. (μουσική) πνευστό μουσικό όργανο που αποτελείται από μικρούς ξύλινους συνήθως σωλήνες δεμένους μαζί

Μεταφράσεις[επεξεργασία]