σύριγγα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

μια άδεια σύριγγα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σύριγγα < γαλλική seringue

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σύριγγα θηλυκό

  1. (ιατρική) συσκευή για την εισαγωγή ενέσεων, με κύλινδρο που περιέχει το υγρό και μια βελόνα στην άκρη του

32πχ Μεταφράσεις[]


δύο σύριγγες από την Ρουμανία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σύριγγα < αρχαία ελληνική σῦριγξ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σύριγγα θηλυκό

  1. (μουσική) πνευστό μουσικό όργανο που αποτελείται από μικρούς ξύλινους συνήθως σωλήνες δεμένους μαζί

32πχ Μεταφράσεις[]