σύσσημον
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | σύσσημον | τὰ | σύσσημᾰ |
| γενική | τοῦ | συσσήμου | τῶν | συσσήμων |
| δοτική | τῷ | συσσήμῳ | τοῖς | συσσήμοις |
| αιτιατική | τὸ | σύσσημον | τὰ | σύσσημᾰ |
| κλητική ὦ! | σύσσημον | σύσσημᾰ | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | συσσήμω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | συσσήμοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σύσσημον < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου σύσσημος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σύσσημον, -ου ουδέτερο
- σύμβολο, δείγμα αναγνώρισης
- ※ 4ος/3ος πκε αιώνας Μένανδρος, Περικειρομένη, 792, @poesialatina.it
- καὶ τοῦτό μοι σύσσημον εἴρηκεν σαφές·
- ※ 4ος/3ος πκε αιώνας Μένανδρος, Περικειρομένη, 792, @poesialatina.it
- καθορισμένο σημάδι αναγνώρισης, σύνθημα, σύμβολο
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Καινή Διαθήκη, Εὐαγγέλιον κατὰ Μᾶρκον, 14.44 @scaife.perseus
- δεδώκει δὲ ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν σύσσημον αὐτοῖς, λέγων, Ὃν ἂν φιλήσω, αὐτός ἐστι· κρατήσατε αὐτόν, καὶ ἀπαγάγετε ἀσφαλῶς.
- ※ 1ος πκε αιώνας ⌘ Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλιοθήκη Ἱστορική, 11, 61.6 @scaife.perseus
- ὁ μὲν Κίμων προειρηκὼς τοῖς στρατιώταις πρὸς τὸν ἀρθησόμενον πυρσὸν συντρέχειν, ἦρε πρὸς ταῖς ναυσὶ σύσσημον, εὐλαβούμενος μὴ διεσπαρμένων τῶν στρατιωτῶν καὶ πρὸς ἁρπαγὴν ὁρμησάντων γένηταί τι παράλογον.
- ※ 1ος πκε αιώνας ⌘ Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλιοθήκη Ἱστορική, 13, 45.8 @scaife.perseus
- τοῦτον δὲ τὸν τρόπον αὐτῶν ἐξηρτυμένων, οἱ μὲν ἡγεμόνες αὐτῶν ἦραν τὸ σύσσημον τῆς μάχης, οἱ σαλπικταὶ δὲ ἀφʼ ἑνὸς παραγγέλματος ἤρξαντο σημαίνειν τὸ πολεμικόν·
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Καινή Διαθήκη, Εὐαγγέλιον κατὰ Μᾶρκον, 14.44 @scaife.perseus
- (ελληνιστική σημασία, σε μέτρα και σταθμά) σφραγίδα
- (ελληνιστική σημασία) ενέχυρο, υποθήκη
- ※ 2/3ος κε αιώνας ⌘ Ἀθήναιος ὁ Nαυκρατίτης, Δειπνοσοφισταί, 8, 34 @scaife.perseus, @el.wikisource
- καὶ γυναῖκα δέ τινα Κλειὼ ἐπὶ τοῖς ὁμοίοις σκώπτων φησίν·
ὀψοφάγει Κλειοῖ· καταμύομεν· ἢν δὲ θελήσῃς,
ἔσθε μόνη. δραχμῆς ἐστιν ὁ γόγγρος ἅπας.
θὲς μόνον ἢ ζώνην ἢ ἐνώτιον ἤ τι τοιοῦτον
σύσσημον. τὸ δ’ ὁρᾶν μὴ μόνον οὐ λέγομεν.
- καὶ γυναῖκα δέ τινα Κλειὼ ἐπὶ τοῖς ὁμοίοις σκώπτων φησίν·
- ※ 2/3ος κε αιώνας ⌘ Ἀθήναιος ὁ Nαυκρατίτης, Δειπνοσοφισταί, 8, 34 @scaife.perseus, @el.wikisource
- (ελληνιστική σημασία) σήμα, έμβλημα, διακριτικό
- ※ 1ος πκε αιώνας ⌘ Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλιοθήκη Ἱστορική, 1, 70.4 @scaife.perseus
- ἔπειτα λουσάμενον καὶ τοῖς τῆς ἀρχῆς συσσήμοις μετʼ ἐσθῆτος λαμπρᾶς κοσμήσαντα τὸ σῶμα
- ※ 1ος πκε αιώνας ⌘ Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλιοθήκη Ἱστορική, 1, 70.4 @scaife.perseus
Πηγές
[επεξεργασία]- σύσσημον - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- σύσσημον - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'πρόσωπον' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπον' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Καινή Διαθήκη (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Διόδωρο Σικελιώτη (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική σημασία για αρχαίες λέξεις
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αθήναιο (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)