σώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σώνω < μεσαιωνική ελληνική σώνω < αρχαία ελληνική σῴζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σώνω , παθ. μτχ.: σωμένος & σωσμένος

  1. αποθηκεύω, φυλάσσω ένα κείμενο στον υπολογιστή ώστε να μην το χάσω σε περίπτωση βλάβης ή για να το έχω διαθέσιμο στο μέλλον
  2. γλιτώνω, αντί του σώζω (κυρίως στον προφορικό λόγο)
    Την ώρα που έσωνε τον ένα, πνιγόταν ο άλλος
  3. επιβιώνω, αντέχω
    Μας κάνει και τον δύσκολο! Μη σώσει να ξαναπατήσει σπίτι!
    Αχ! Να μην έσωνα να τον παντρευτώ
  4. (παρωχημένο ή τώρα πια ιδιωματικό) αρκώ, φτάνω
    δεν σώνει ο θησαυρός όλης της γης (: δεν φτάνει, δεν αρκεί ο θησαυρός...)
    Πιάσε μου το κατσαρόλι από 'κει πάνω, δεν σώνω να το πιάσω μόνη μου
  5. (μέσο) σώνομαι : τελειώνω
    Σώθηκε το ψωμί, τράβα να αγοράσεις κάνα καρβέλι
    Σώθηκαν τα λεφτά - σώθηκε πια η υπομονή μου
  6. (μέσο) σώνομαι : γλιτώνω
    Χρωστάω σε πέντε τράπεζες. Δεν σώνομαι με τίποτα!

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • σώνει και καλά (:από τη φράση "σώνει, καλά" δηλαδή "φτάνει, καλά είναι, δεν θέλω άλλο" που έλεγαν σε συνεστιάσεις όταν ο οικοδεσπότης ήθελε να τους ξαναγεμίσει με το ζόρι το ποτήρι ή το ξεχείλιζε)

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Σημείωση: μοιράζεται μερικούς ρηματικούς τύπους με το συνώνυμο σώζω


  • δείτε τη λέξη: σώζω

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]