σῶμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: σώμα

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ σῶμᾰ τὰ σώμᾰτ
      γενική τοῦ σώμᾰτος τῶν σωμᾰ́των
      δοτική τῷ σώμᾰτ τοῖς σώμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ σῶμᾰ τὰ σώμᾰτ
     κλητική ! σῶμᾰ σώμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σώμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  σωμᾰ́τοιν
3η κλίση, ομάδα 'ουδέτερα -α -ατος', Κατηγορία όπως «κτῆμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σῶμα < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σῶμα ουδέτερο

  1. (στον Όμηρο) το νεκρό σώμα
    για το σώμα ενός ζωντανού ο Όμηρος χρησιμοποιεί τις λέξεις δέμας, χρώς, μέλεα, γυῖα
  2. το σώμα ενός ανθρώπου
  3. το σώμα σε αντίθεση με την ψυχή
  4. το σώμα ενός ζώου (όχι φυτού)
  5. οποιοδήποτε υλικό σώμα
  6. για να δηλωθεί ένα σύνολο, ακόμη και αφηρημένο
  7. το γεωμετρικό στερεό, το σώμα τριών διαστάσεων σε αντίθεση προς την επιφάνεια

Πηγές[επεξεργασία]