τ'

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Άρθρο[επεξεργασία]

τ' ουδέτερο

  1. το (ουδέτερο οριστικό άρθρο στην ονομαστική ή αιτιατική ενικού μετά από έκθλιψη
    τ' άλογο έφυγε
  2. τα (ουδέτερο οριστικό άρθρο στην ονομαστική ή αιτιατική πληθυντικού)
    τ' άλογα έφυγαν

Open book 01.svg Αντωνυμία[επεξεργασία]

τ' αρσενικό ή ουδέτερο

  1. το (αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας ουδετέρου γένους στην αιτιατική ενικού)
    τ' ακούσατε το νέο;
  2. τα (αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας ουδετέρου γένους στην αιτιατική πληθυντικού)
    τ' ακούσατε τα νέα;
  3. του (αδύνατος τύπος της κτητικής αντωνυμίας γ προσώπου)
    Ἔ! παπά μ', ὁ καθένας τώρα ἔχει τό λογαριασμό τ'. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

και Τ'

  • ο αριθμός 300