τάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τάζω < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τάζω, παθ. φωνή: τάζομαι, παθ. μτχ.: ταγμένος & ταμένος

  1. κάνω ένα τάμα
  2. (κατ’ επέκταση) υπόσχομαι

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]