τάκκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τάκκος < ιταλική tacco (φτέρνα, σφήνα, στιλέτο, τακκούνι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τάκκος αρσενικό

  1. (κυπριακή διάλεκτος) τάκος
  2. (κυπριακή διάλεκτος) (κατ’ επέκταση) τρίποδας εργασίας, για ανύψωση αυτοκινήτου
  3. (κυπριακή διάλεκτος) (μεταφορικά) πανέμορφη γυναίκα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]